7/11/18

Λιανός Λιάντης: Μέριμνα του Αρχιεπισκόπου η καλυτέρευση των μισθολογικών συνθηκών των εφημερίων

Λιανός Λιάντης: Μέριμνα του Αρχιεπισκόπου η καλυτέρευση των μισθολογικών συνθηκών των εφημερίων


Την εκτίμηση ότι «η μέριμνα του Αρχιεπισκόπου και της ιεραρχίας θα είναι η καλυτέρευση των μισθολογικών συνθηκών των εφημερίων, οι οποίοι αποτελούν και τον άξονα ύπαρξης και δράσης της εκκλησίας» εξέφρασε ο ειδικός γραμματέας Θρησκευτικής και Πολιτιστικής διπλωματίας, Δρ. Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ευστάθιος Λιανός Λιάντης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων "Πρακτορείο FM 104,9".
Κληθείς να σχολιάσει τη συμφωνία εξορθολογισμού των σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, έκανε λόγο για την «αποκρυστάλλωση ενός διαλόγου ο οποίος έχει βάθος μιας τριετίας σε αυτή του τη φάση». Σκοπός, άλλωστε, της συμφωνίας, όπως είπε, είναι η «καλύτερη λειτουργία και συνεργασία των δύο οργανισμών, με δεδομένους τους διακριτούς ρόλους και την αρχή ότι οι σχέσεις τους δεν πρέπει να έχουν επιπτώσεις στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος».
Απαντώντας σε ερώτηση για τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν από κληρικούς, ο κ. Λιάντης διευκρίνισε ότι «η μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου περνά στην ευθύνη του εκκλησιαστικού οργανισμού αλλά τίθενται ισχυρές εγγυήσεις μέσα στη συμφωνία», οι οποίες, όπως τόνισε, «θα εξειδικευτούν πολύ περισσότερο». Επισήμανε, παράλληλα, ότι αυτή η «κατάσταση υφίσταται από το 1945, οπότε με το νόμο 536 του 1945 οι κληρικοί εντάχθηκαν ως δημόσιοι λειτουργοί στο εθνικό μισθολόγιο» και εκτίμησε ότι «αυτή η αλλαγή προφανώς δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας».
Ωστόσο εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι «η ίδια η εκκλησία θα επιδείξει πολύ μεγαλύτερη μέριμνα για τους κληρικούς» και πρόσθεσε: «θα έχουμε - πιστεύω - βελτίωση των συνθηκών και των μισθολογικών και των συνταξοδοτικών και της υγειονομικής περίθαλψης γι αυτούς. Γιατί ακριβώς οι μητροπολίτες ο Αρχιεπίσκοπος έχουν καθημερινή συνεργασία με τους κληρικούς. Δεν είναι αποκομμένη η διοίκηση της εκκλησίας, ο ανώτατος κλήρος από τον εφημεριακό κλήρο. Οπότε νομίζω ότι θα δοθούν εξηγήσεις, θα εξειδικευτούν περαιτέρω αυτά τα ζητήματα και όποιες ανασφάλειες υπάρχουν θα θεραπευτούν». Επιπλέον ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία, «το κράτος διασφαλίζει ότι με το ποσό αυτό της χορηγίας που θα δίδεται θα καλύπτονται οι παρούσες εφημεριακές θέσεις και η Εκκλησία, εφόσον το θέλει, θα μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των εφημεριακών θέσεων».
Σε ότι αφορά την εκκλησιαστική περιουσία ο ειδικός γραμματέας Θρησκευτικής και Πολιτιστικής διπλωματία σχολίασε: «ήδη από την Οθωνική περίοδο, δηλαδή από το 1833, ξεκίνησε ένας κύκλος απαλλοτριώσεων. Το 1836, το 1909 το 1930 και τελευταία το 1952 συνέβαιναν συνεχώς αναγκαστικές απαλλοτριώσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αυτό δημιουργούσε χρέη του δημοσίου προς την Εκκλησία, υπήρχαν τα γνωστά χρεόγραφα, τα οποία ουδέποτε αποπληρώνονταν, η Εκκλησία συνέχιζε να διεκδικεί αυτές τις εκτάσεις, οπότε υπήρχε πάντοτε ένα διαμφισβητούμενο οικονομικό μέγεθος μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας και πολλές φορές ακούγονταν ακραίες φωνές και από τις δυο πλευρές».
Αντίθετα, όπως είπε, «με αυτή τη συμφωνία τίθεται ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο θεσμών, όπου η διαμφισβητούμενη εκκλησιαστική περιουσία, αυτή που έχει μείνει στην Εκκλησία από το 1952 και μετά, εισέρχεται σε έναν οργανισμό συνδιαχειριζόμενο από κοινού μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας και τα έσοδα από αυτόν τον οργανισμό θα δίνονται εξ ημισείας στο Κράτος και στην Εκκλησία για τους σκοπούς έκαστου εξ αυτών».
Ο κ. Λιάντης εκτίμησε ότι με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η αυτονομία της εκκλησίας έναντι του ελληνικού κράτους ενώ αναφέρθηκε και σε όσα ισχύουν στην Ευρώπη λέγοντας: «Σαφώς στα περισσότερα συντάγματα των κρατών της ΕΕ υπάρχει πρόβλεψη για την επικρατούσα ή κυρίαρχη Εκκλησία, την κυρίαρχη θρησκεία, αλλά σταδιακά, και με την συναίνεση και με τη θέληση των εκκλησιαστικών οργανισμών, αυτές οι σχέσεις εξορθολογίζονται, γιατί πλέον το παλαιό μοντέλο της νομοκρατούσας πολιτείας δεν εξυπηρετεί και τον ίδιο τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Οπότε με τη συμφωνία και με τη Συνταγματική αναθεώρηση νομίζω ότι ένα παλαιό αίτημα που ακουγόταν τη δεκαετία του ‘50 από εκκλησιαστικούς παράγοντες που έλεγαν ότι ζητούμε ελευθέρα και ζώσα εκκλησία εν πολλοίς πραγματώνεται». Σε ό,τι αφορά την αποδοχή της συμφωνίας από την κοινωνία σχολίασε: «από τη στιγμή που βλέπουμε ότι ο Αρχιεπίσκοπος, ως έκφραση της Ιεραρχίας, αποδέχεται, όχι μόνο αποδέχεται αλλά είναι μέρος της διαπραγμάτευσης, εκφράζει τη γνώμη του και αυτή η γνώμη εκτίθεται σε ένα κοινό ανακοινωθέν με την κυβέρνηση, με τον πρωθυπουργό, νομίζω ότι και η κοινωνία ώριμα θα αποδεχτεί αυτές τις λύσεις».
*Τη συνέντευξη πήραν η Σοφία Παπαδοπούλου και ο Κωστής Παπαδάκης